ΚΑΡΚΙΝΟΣ ΟΥΡΟΔΟΧΟΥ ΚΥΣΤΗΣ

karkinos-ourodoxou-kystis-1Η ουροδόχος κύστη είναι το κοίλο όργανο, στο οποίο μαζεύονται τα ούρα πριν την αποβολή τους με την ούρηση. Ο καρκίνος της ουροδόχου κύστης είναι η δεύτερη πιο συχνή κακοήθεια του ουροποιητικού συστήματος. Στους άντρες, η εμφάνισή του είναι 4 φορές πιο συχνή από ότι στις γυναίκες.

 

 

Αίτια – παράγοντες κινδύνου

Δεν υπάρχει σαφής αιτιολογία για τον καρκίνο της ουροδόχου κύστης. Οι  παράγοντες κινδύνου που αυξάνουν τις πιθανότητες εμφάνισής του είναι:

•Το κάπνισμα. Οι καπνιστές διατρέχουν 2,5 φορές μεγαλύτερο κίνδυνο να αναπτύξουν καρκίνο ουροδόχου κύστης σε σχέση με τους μη καπνιστές.

 •Η αύξημένη ηλικία. Πάνω από το 70% των ασθενών είναι ηλικίας άνω των 65 ετών.

 • Χημικές ουσίες. Εργαζόμενοι σε επεξεργασία δέρματος, σε βιομηχανικά ελαστικά, βαφές κλπ.

 •Η χημειοθεραπεία με φάρμακα, όπως η κυκλοφωσφαμίδη.

 •Η ακτινοβολία στην κάτω κοιλιάς για τη θεραπεία άλλων καρκίνων (πχ καρκίνου του τραχήλου της μήτρας)

•Οι μακροχρόνιες λοιμώξεις της ουροδόχου κύστης, όπως σε ασθενείς με μόνιμο ουροκαθετήρα για αρκετά χρόνια.

 

karkinos-ourodoxou-kystis-2Συμπτώματα

Τις περισσότερες φορές, ο καρκίνος της κύστης είναι ασυμπωματικός, εκτός από ανώδυνη αιματουρία. Πιθανόν, μετά το επεισόδιο αιματουρίας τα ούρα να είναι καθαρά. Έτσι, ο ασθενής εφησυχάζει για μεγάλο χρονικό διάστημα ενώ ο καρκίνος ήδη προχωράει.

Πιο σπάνια συμπτώματα του καρκίνου της ουροδόχου κύστης, είναι: Πόνος στην ούρηση, επιτακτικότητα/συχνουρία και, σε προχωρημένες καταστάσεις, απώλεια βάρους, αδυναμία-καταβολή και πόνος στην κοιλιά

Είναι πολύ σημαντικό με την πρώτη εμφάνιση αίματος στα ούρα να επισκέπτεστε τον ειδικό Ουρολόγο.

 

 

Διάγνωση - Θεραπεία

 

Η διάγνωση τίθεται με κάποιες ειδικές εξετάσεις, όπως η κυστεοσκόπηση (με ειδικό εργαλείο ελέγχεται το τοίχωμα της κύστης υπό όραση), η κυτταρολογική εξέταση ούρων, αλλά και πιο γενικές όπως ο υπέρηχος, η ενδοφλέβια ουρογραφία και η αξονική τομογραφία κοιλίας

 

Θεραπεία

 

Το είδος της θεραπείας εξαρτάται από το στάδιο της νόσου και τη γενική κατάσταση της υγείας του ασθενή.

Η θεραπεία των επιφανειακών όγκων γίνεται με χειρουργική αφαίρεση μέσω της ουρήθρας. Η διουρηθρική αφαίρεση του όγκου της κύστης γίνεται με ειδικό εργαλείο μέσα από το οποίο, με απευθείας όραση, βλέπουμε τον όγκο και με ειδικό εργαλείο τον κόβουμε σε κομμάτια και τον αφαιρούμε. Τα τεμάχια στέλνονται για παθολογοανατομική εξέταση, ώστε να διαπιστωθεί το βάθος (στάδιο) εξάπλωσής του. Σε περίπτωση που επιβεβαιωθεί ότι πρόκειται για επιφανειακό καρκίνο μπορεί συμπληρωματικά να χρειαστεί να γίνει ενδοκυστική χημειοθεραπεία ή ανοσοθεραπεία, οι λεγόμενες ενδοκυστικές εγχύσεις. Αυτές γίνονται περιοδικά (π.χ. ανά εβδομάδα ή μήνα) και, με τη χρήση ενός λεπτού ουροκαθετήρα, το φάρμακο ρίχνεται μέσα στην κύστη και αμέσως ο καθετήρας αφαιρείται.Λόγω των πιθανών υποτροπών, υπάρχει πάντα ένα πρωτόκολλο παρακολούθησης σε τακτά χρονικά διαστήματα με κυστεοσκοπήσεις. Στόχος είναι η πρώιμη ανεύρεση νέων βλαβών και η έγκαιρη αφαίρεσή τους.

 

Θεραπεία διηθητικού καρκίνου

 

  • Ριζική κυστεκτομή, κατά την οποία αφαιρείται ολόκληρη η ουροδόχος κύστη και ο προστάτης με τις σπερματοδόχους κύστεις στον άντρα, ενώ στις γυναίκες γίνεται αφαίρεση της μήτρας, των εξαρτημάτων και τμήματος του κόλπου. Είναι μία βαριά επέμβαση με πολλές ημέρες νοσηλείας. Μετά την αφαίρεση της κύστης, θα πρέπει να αποκατασταθεί ο τρόπος με τον οποίο θα αποβάλλονται τα ούρα από τον οργανισμό. Αυτό μπορεί να γίνει είτε με την έξοδό τους από το δέρμα (με σακουλάκι) είτε με τη δημιουργία νέας κύστης από τμήμα λεπτού εντέρου.
  • Χημειοθεραπεία συστηματική (από τη φλέβα). Αν κατά την κυστεκτομή βρεθεί ότι υπάρχει νόσος σε λεμφαδένες, η χημειοθεραπεία κρίνεται απαραίτητη. Επίσης, σε κάποιες περιπτώσεις, μπορεί να χρειαστεί να χορηγηθεί πριν από το χειρουργείο.
  • Χημειοθεραπεία σε συνδυασμό με ακτινοβολία. Στην περίπτωση αυτή, γίνεται αφαίρεση του όγκου από την ουρήθρα και ακολουθεί συνδυασμός χημειοθεραπείας και ακτινοθεραπείας, ώστε να αποφευχθεί η αφαίρεση της κύστης. Αυτή η μέθοδος εφαρμόζεται σε αρρώστους που αρνούνται ή που δεν τους επιτρέπει η γενική τους κατάσταση να υποβληθούν σε κυστεκτομή.